Η Κύπρος και η Ελλάδα διαφέρουν σημαντικά στις οικονομικές και στεγαστικές στρατηγικές τους, σύμφωνα με τον Παύλο Λοΐζου, Διευθύνοντα Σύμβουλο της Ask Wire. Αυτή η διάκριση αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο και οι δύο χώρες διαχειρίζονται τα αντίστοιχα μοντέλα ανάπτυξής τους, με την Κύπρο να εστιάζει στην επέκταση μέσω της κατασκευής και την Ελλάδα να αξιοποιεί τα υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία.
- «Το μοντέλο που ακολουθείται σε κάθε περίπτωση γίνεται βασισμένο στο εισόδημα παρά στην επένδυση», εξηγεί ο Λοΐζου, τονίζοντας την ανάγκη και για τις δύο χώρες να επανεξετάσουν τις στρατηγικές τους για βιώσιμη ανάπτυξη.
Στέγαση: Διακριτά Οικονομικά Μοντέλα στην Κύπρο και την Ελλάδα
Ο Λοΐζου εξηγεί ότι η Κύπρος συνεχίζει να χτίζει την οικονομία της, βασιζόμενη σε μεγάλο βαθμό σε δραστηριότητες σχετικές με την ακίνητη περιουσία που συνεισφέρουν περίπου 15–16 τοις εκατό στο ΑΕΠ της. Αυτό κατατάσσει την Κύπρο ανάμεσα στις υψηλότερες χώρες της Ευρώπης όσον αφορά το ποσοστό του ΑΕΠ που προέρχεται από τα ακίνητα. Τα δύο τρίτα αυτής της συνεισφοράς προέρχονται από εισοδήματα από ενοίκια και διαχείριση ακινήτων, ενώ η κατασκευή καλύπτει το υπόλοιπο.
Σε αστικά κέντρα όπως η Λεμεσός και η Λάρνακα, η επίδραση των ξένων επενδύσεων είναι αξιοσημείωτη. Ο Λοΐζου επισημαίνει ότι «ένα στα τρία νέα διαμερίσματα αγοράζεται από αλλοδαπούς, αν όχι περισσότερα», υποδηλώνοντας ένα ισχυρό διεθνές ενδιαφέρον που αναμορφώνει τοπικά τοπία μέσω μεγάλων έργων όπως μαρίνες και τουριστικά συγκροτήματα.
Αυξανόμενες Ανησυχίες για Οικονομική Ευαισθησία
Ωστόσο, αυτή η μεγάλη εξάρτηση από τις κατασκευές δημιουργεί κινδύνους. Ο Λοΐζου προειδοποιεί ότι η ευαισθησία του τομέα μπορεί να γίνει πιο έντονη σε περίπτωση σημαντικής παύσης έργων ή κάμψης στις ξένες αγορές. Δηλώνει ότι «οι τιμές των κατοικιών έχουν αυξηθεί κατά πάνω από 25 τοις εκατό από το 2020», τονίζοντας τις προειδοποιήσεις τόσο της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου (ΚΤΚ) όσο και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) σχετικά με την προσιτότητα και την αυξανόμενη ανισότητα.
Χωρίς μια διαφοροποιημένη οικονομική προσέγγιση, η ανάπτυξη της Κύπρου εξαρτάται από εξωτερικούς κύκλους. Οι παρατηρήσεις του Λοΐζου αποκαλύπτουν ότι η υγεία της οικονομίας συνδέεται στενά με τη δραστηριότητα στον τομέα των κατασκευών, καθιστώντας την καίρια για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα.
Η Εξάρτηση της Ελλάδας από Τα Υφιστάμενα Περιουσιακά Στοιχεία
Αντίθετα, η Ελλάδα διατηρεί ένα πιο σταθερό οικονομικό μοντέλο όπου τα ακίνητα συνεισφέρουν περίπου 11–13 τοις εκατό στο ΑΕΠ, με τις κατασκευές να αντιπροσωπεύουν μόνο ένα μέτριο 2–3 τοις εκατό. Ο Λοΐζου αποδίδει αυτό σε μια εξάρτηση από τομείς όπως ο τουρισμός, η ναυτιλία και η κατανάλωση, αντί για νέα κατασκευαστικά έργα. Οι μέτριες αυξήσεις στην κατασκευή συνδέονται κυρίως με πρωτοβουλίες από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης.
Παρά αυτή τη σταθερότητα, η Ελλάδα έχει παρατηρήσει άνοδο στις άμεσες ξένες επενδύσεις (ΑΞΕ) στα ακίνητα, που πλέον αποτελούν το 40–45 τοις εκατό των συνολικών εισροών. Ο Λοΐζου σημειώνει ότι «το μεγαλύτερο μέρος αφορά την αγορά κατοικιών μέσω του προγράμματος Χρυσή Βίζα», με την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη να είναι βασικές περιοχές για αυτές τις επενδύσεις.
Επιπτώσεις στην Ανάπτυξη Ακινήτων και την Απασχόληση
Ενώ οι ξένες επενδύσεις έχουν ενισχύσει το ενδιαφέρον της αγοράς, ο Λοΐζου υπογραμμίζει ένα σημαντικό ζήτημα: «Αυτό δεν έχει μεταφραστεί σε ευρεία παραγωγή νέων ιδιοκτησιών», καθώς οι περισσότερες συναλλαγές αφορούν ήδη υπάρχοντα διαμερίσματα, κυρίως για βραχυχρόνιες μισθώσεις. Επισημαίνει τα χαμηλά επίπεδα ανανέωσης κεφαλαίων, με τα ποσοστά επένδυσης να κυμαίνονται γύρω στο 12–13 τοις εκατό του ΑΕΠ—σχεδόν τα μισά σε σύγκριση με τα προ της κρίσης επίπεδα.
Οι οικοδομικές άδειες στην Ελλάδα αντιστοιχούν μόνο σε το ένα τρίτο των αριθμών που εκδόθηκαν το 2007, και ο μέσος όρος ηλικίας των κτιρίων ξεπερνά τα 30 χρόνια. Αυτή η στασιμότητα υποδηλώνει ανάγκη αναζωογόνησης των υποδομών για τη βελτίωση των μακροχρόνιων οικονομικών προοπτικών της χώρας.
Κοινωνικές Επιπτώσεις των Οικονομικών Στρατηγικών
Οι αντίθετες προσεγγίσεις της Κύπρου και της Ελλάδας οδηγούν σε διαφορετικά κοινωνικά αποτελέσματα. Ο Λοΐζου διατυπώνει ότι το κατασκευαστικό μπούμ στην Κύπρο προσφέρει θέσεις εργασίας αλλά ταυτόχρονα εντείνει την οικονομική συγκέντρωση. Στην Ελλάδα, ενώ η σταθερότητα περιορίζει τους κινδύνους, ταυτόχρονα συγκρατεί τις ευκαιρίες για νέα έργα και απασχόληση.
«Το μοντέλο που ακολουθείται σε κάθε περίπτωση γίνεται βασισμένο στο εισόδημα παρά στην επένδυση», εξηγεί ο Λοΐζου, τονίζοντας την ανάγκη και για τις δύο χώρες να επανεξετάσουν τις στρατηγικές τους για βιώσιμη ανάπτυξη.
Συνέπειες για Επενδυτές και Κτηματομεσίτες
Κοιτώντας μπροστά, οι συνέπειες για τις αγορές ακινήτων και στις δύο χώρες είναι σημαντικές. Για τους κτηματομεσίτες στην Κύπρο, ο Λοΐζου προβλέπει ότι «η δραστηριότητα θα παραμείνει έντονη», αν και οι αγοραστές αντιμετωπίζουν αυξανόμενες πιέσεις λόγω των υψηλών τιμών. Αντίθετα, στην Ελλάδα, η αγορά επηρεάζεται κυρίως από ξένους επενδυτές και αγορές μέσω του προγράμματος Χρυσή Βίζα, με λιγότερες νέες αναπτύξεις να εμφανίζονται.
Για τους επενδυτές, η Κύπρος μπορεί να προσφέρει υψηλότερες αποδόσεις αλλά με μεγαλύτερη αστάθεια. Η Ελλάδα, από την άλλη πλευρά, παρέχει σταθερές αποδόσεις, ειδικά σε ενοικιαζόμενα και τουριστικά ακίνητα, αν και με χαμηλότερο επίπεδο ρίσκου.
Ευκαιρίες για Κατασκευαστές και Αναπτυξιακές Εταιρείες
Για τους κατασκευαστές και τους αναπτυξιακούς φορείς, ο Λοΐζου εντοπίζει ευκαιρίες και στις δύο αγορές. Η Κύπρος διαθέτει δυναμικό για πιο προσιτά και ενεργειακά αποδοτικά έργα, ενώ η Ελλάδα παρουσιάζει δρόμους για ανακαινίσεις και επαναχρησιμοποίηση υπαρχόντων ακινήτων, με την υποστήριξη ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Και οι δύο οικονομίες έχουν δείξει ανθεκτικότητα μετά από παλαιότερες κρίσεις, αλλά οι μελλοντικές προκλήσεις τους εστιάζονται στην επίτευξη μιας ισορροπημένης προσέγγισης. Ο Λοΐζου καταλήγει ότι «η Κύπρος καλείται να διαφοροποιήσει την ανάπτυξή της διασυνδέοντάς την με τομείς πέραν της ακίνητης περιουσίας, και η Ελλάδα να μετατρέψει το ξένο ενδιαφέρον σε πραγματική ανανέωση επενδύσεων.»
