Ο Πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης τόνισε ότι η μελλοντική πρόοδος στις σχέσεις Τουρκίας-ΕΕ πρέπει να συνδεθεί στενά με σημαντικές εξελίξεις στο Κυπριακό ζήτημα. Σε πρόσφατη συνέντευξή του στην Καθημερινή, εξέφρασε την πεποίθησή του ότι τα ευρωπαϊκά κίνητρα αποτελούν το κύριο μέσο για να ενθαρρυνθεί η πρόοδος προς μια επίλυση.
- «Η Τουρκία δεν πρόκειται να λάβει τίποτα χωρίς αντάλλαγμα», υπογράμμισε, καθιστώντας σαφές ότι οποιεσδήποτε παραχωρήσεις προς την Άγκυρα πρέπει να προηγηθούν από απτά βήματα προόδου στο Κυπριακό ζήτημα.
- Ακόμη και αν δεν επιτευχθεί τελική συμφωνία, σημείωσε, ο στόχος πρέπει να είναι η καθιέρωση ενός αμετάκλητου πολιτικού διαδικαστικού πλαισίου που θα κατευθύνεται προς λύση.
Ο Χριστοδουλίδης ανέφερε ότι η κυβέρνησή του επιδιώκει συνειδητά να συνδέσει το Κυπριακό πρόβλημα με τη σχέση της Άγκυρας με την ΕΕ. Εξέφρασε ένα αίσθημα «προσεκτικής αισιοδοξίας» για τις συνεχιζόμενες προσπάθειες για την επανεκκίνηση ουσιαστικών διαπραγματεύσεων, υπογραμμίζοντας τη σημασία των υπαρχουσών συγκλίσεων που επιτεύχθηκαν σε προηγούμενες συζητήσεις ως βάση για τις μελλοντικές διαδικασίες.
«Έχω πει πολλές φορές ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να προχωρήσει στην επίλυση του Κυπριακού ζητήματος, εκτός αν αισθανθεί ότι θα ωφεληθεί από αυτή τη λύση», παρατήρησε. Ο πρόεδρος υπογράμμισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ο μόνος φορέας που μπορεί να προσφέρει αυτά τα οφέλη στην Τουρκία.
Μεταξύ των κρίσιμων ζητημάτων που ανέδειξε είναι η απελευθέρωση των θεωρήσεων, ο εκσυγχρονισμός της τελωνειακής ένωσης ΕΕ-Τουρκίας και η ευρύτερη συνεργασία με τις Βρυξέλλες, που όλα έχουν μεγάλη σημασία για την Άγκυρα.
Σύμφωνα με τον Χριστοδουλίδη, η Κύπρος έχει σημειώσει προόδους ώστε οι ευρω-τουρκικές σχέσεις να αντικατοπτρίζονται στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και στην πολιτική της ΕΕ. Αναφέρθηκε σε αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου το 2024, επισημαίνοντας ότι οποιαδήποτε πρόοδος στις σχέσεις με την Τουρκία θα ακολουθήσει μια «σταδιακή, αναλογική και αναστρέψιμη» προσέγγιση.
«Η Τουρκία δεν πρόκειται να λάβει τίποτα χωρίς αντάλλαγμα», υπογράμμισε, καθιστώντας σαφές ότι οποιεσδήποτε παραχωρήσεις προς την Άγκυρα πρέπει να προηγηθούν από απτά βήματα προόδου στο Κυπριακό ζήτημα.
Κατά τη συζήτηση για τις συνεχιζόμενες συνομιλίες με τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, ο Χριστοδουλίδης δεν αποκάλυψε λεπτομέρειες, τονίζοντας τη ευαισθησία των τρεχουσών προσπαθειών. Επανέλαβε ότι η διατήρηση των προηγούμενων συγκλίσεων αποτελεί κλειδί για τις μελλοντικές διαπραγματεύσεις.
Απορρίπτοντας την ιδέα ότι ένα μελλοντικό πλαίσιο διαπραγμάτευσης θα μπορούσε να βασίζεται σε «δημιουργική ασάφεια», προειδοποίησε ότι τέτοια ασάφεια σε θεμελιώδη ζητήματα θα ήταν απαράδεκτη. Επέμεινε σε θέματα ασφάλειας και εγγυήσεων ως κρίσιμους τομείς όπου απαιτούνται σαφείς αποφάσεις, τονίζοντας ότι δεν υπάρχει μέση οδός όσον αφορά το ρόλο της Τουρκίας ως εγγυήτριας δύναμης.
Ο Χριστοδουλίδης διαχειρίστηκε επίσης τις προσδοκίες για μια πιθανή λύση, αναφέροντας ότι οποιαδήποτε επίλυση θα απαιτήσει συμβιβασμούς και δεν θα αποκαταστήσει πλήρως τις συνθήκες που υπήρχαν πριν το 1974. «Η λύση στο Κυπριακό πρόβλημα δεν θα είναι απολύτως δίκαιη, διότι μια απόλυτα δίκαιη λύση θα έπρεπε να αποκαταστήσει την κατάσταση όπως ήταν πριν το 1974», εξήγησε. «Το σημαντικό είναι αν η λύση που θα καταλήξουμε είναι εφαρμόσιμη και βιώσιμη.»
Υποστήριξε ότι η λειτουργικότητα και η μακροπρόθεσμη σταθερότητα θα πρέπει να είναι τα κύρια κριτήρια για την αξιολόγηση οποιασδήποτε λύσης. Όταν ρωτήθηκε αν μπορεί να επιτευχθεί μια συνολική συμφωνία μέχρι το τέλος του έτους, απάντησε ότι παραμένει πιθανότητα αν υπάρχει αρκετή πολιτική βούληση μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων μερών. «Αν υπάρχει πολιτική βούληση, αυτός ο στόχος είναι απόλυτα ρεαλιστικός», κατέληξε.
Ακόμη και αν δεν επιτευχθεί τελική συμφωνία, σημείωσε, ο στόχος πρέπει να είναι η καθιέρωση ενός αμετάκλητου πολιτικού διαδικαστικού πλαισίου που θα κατευθύνεται προς λύση.
Μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον στην εξωτερική πολιτική, ο Χριστοδουλίδης τόνισε τις διαρκώς διευρυνόμενες διεθνείς σχέσεις της Κύπρου, ειδικά με χώρες όπως η Ινδία, το Καζακστάν και τα ΗΑΕ. Υποστήριξε ότι οι πρόσφατες διπλωματικές πρωτοβουλίες έχουν τοποθετήσει την Κύπρο ως σταθερό και αξιόπιστο εταίρο στη διεθνή σκηνή.
Για τις σχέσεις με τη Γαλλία, χαιρέτισε τη νεοϋπογραφείσα Συμφωνία Καθεστώτος Δυνάμεων (SOFA), χαρακτηρίζοντάς την σημαντική πρόοδο στη συνεργασία άμυνας και ασφάλειας. Σημείωσε ότι η συμφωνία παρέχει το απαραίτητο θεσμικό πλαίσιο για τη φιλοξενία γαλλικών δυνάμεων στην Κύπρο για ανθρωπιστικούς λόγους, συμβάλλοντας περαιτέρω στην στρατηγική αυτονομία της ΕΕ.
Στο πλαίσιο της ενεργειακής πολιτικής, ο Πρόεδρος επανέλαβε τη στήριξή του στο έργο του Μεγάλου Διασυνδετήριου Αγωγού (GSI) που συνδέει την Κύπρο με την Ελλάδα, χαρακτηρίζοντάς το ως «στρατηγική αναγκαιότητα και βασικό πυλώνα της ενεργειακής μας πολιτικής.» Ανέφερε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη επικαιροποιημένες τεχνικές και οικονομικές μελέτες σε συνεργασία με την ελληνική κυβέρνηση και ότι συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις με περιφερειακούς εταίρους και πιθανούς επενδυτές.
Παρά την εξερεύνηση εναλλακτικών επιλογών διασύνδεσης, επιβεβαίωσε ότι η σύνδεση της Κύπρου με το ευρωπαϊκό ενεργειακό δίκτυο παραμένει ο πρωταρχικός στόχος της κυβέρνησης. Επιπλέον, προέβλεψε ότι τα πρώτα έσοδα από την ανάπτυξη φυσικού αερίου θα μπορούσαν να αρχίσουν να ρέουν μέχρι τα τέλη του 2027 ή το 2028, αναφερόμενος στην πρόοδο των διαπραγματεύσεων με την Αίγυπτο και τις ενεργειακές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην αποκλειστική οικονομική ζώνη της Κύπρου.
Εστιάζοντας σε εσωτερικά θέματα, ο Χριστοδουλίδης υπερασπίστηκε την οικονομική απόδοση της κυβέρνησής του, επισημαίνοντας ισχυρή ανάπτυξη, μείωση της ανεργίας και βελτίωση των διεθνών πιστοληπτικών αξιολογήσεων. Ωστόσο, αναγνώρισε τις συνεχιζόμενες ανησυχίες σχετικά με το κόστος διαβίωσης, τη δυνατότητα πρόσβασης σε στέγαση και την εισοδηματική ανισότητα, επιμένοντας ότι η οικονομική επιτυχία πρέπει ολοένα και περισσότερο να ωφελεί τα νοικοκυριά μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος.
Ανέφερε, «Η επιτυχία μιας χώρας μετριέται από τη δύναμη της μεσαίας της τάξης», και παρουσίασε μέτρα όπως η φορολογική μεταρρύθμιση, η μεταρρύθμιση των συντάξεων και οι πρωτοβουλίες στέγασης που στοχεύουν στην αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων υποστηρίζοντας παράλληλα τη μακροπρόθεσμη οικονομική σταθερότητα.
Αναφερόμενος στις πολιτικές εξελίξεις, ο Χριστοδουλίδης απέρριψε ισχυρισμούς ότι τα πρόσφατα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών έχουν αποδυναμώσει τη θέση του. Διατήρησε ότι η συνεργασία με κόμματα που υποστηρίζουν τις κυβερνητικές πολιτικές παραμένει εποικοδομητική και επανέλαβε ότι οι αποφάσεις για τις προεδρικές εκλογές του 2028 δεν έχουν ακόμη ληφθεί. «Δεν έχω λάβει καμία τελική απόφαση», παρατήρησε. «Θα είμαι απασχολημένος με το 2027.»
